Η αφήγηση στη σύγχρονη εποχή: Γενική και ειδική θεώρηση. Δυνατότητες και περιορισμοί για μια «νέα» συνάντηση του σύγχρονου ανθρώπου με την προφορική τέχνη του λόγου[1]

 

Τασούλα Τσιλιμένη

Επίκουρος Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

 

Αρχικά θεωρείται απαραίτητη μια αποσαφήνιση του όρου της αφήγησης. Κατά καιρούς έχουν εκφραστεί διάφορες απόψεις για την αφήγηση. Μια από αυτές ισχυρίζεται ότι η αφήγηση ως  όρος, γένος και πράξη εντάσσεται στο χώρο της θεωρίας της λογοτεχνίας (Βελουδής 1994) και της αφηγηματολογίας, μολονότι η δεύτερη στη σύγχρονη εποχή ασχολείται περισσότερο με τη μελέτη πεζών κειμένων λόγω της επικράτησης της πεζογραφίας και δη του μυθιστορήματος (Μερακλής 1997). Υπάρχει επίσης η άποψη η οποία υποστηρίζει ότι όρος δεν αφορά  μόνο τη λογοτεχνία ή τη γλωσσολογία, καθώς η αφήγηση εμπεριέχεται στην καθημερινότητα του ανθρώπου αλλά και στις άλλες τέχνες, όπως κινηματογράφο, ζωγραφική κ.λ.π. (Παρίσης - Παρίσης 1999).

Προφορική αφήγηση ιστοριών (storytelling), είναι η  ιστόρηση και μετάδοση μιας πραγματικής ή φανταστικής ιστορίας σε ένα ζωντανό κοινό (Nanson 2005: 3) ή   αφήγηση ιστοριών είναι η τέχνη της προφορικής περιγραφής πραγματικών ή φανταστικών γεγονότων.  

Η αφήγηση, μορφή προφορικής επικοινωνίας και ψυχαγωγίας άλλων καιρών,   στην εποχή της τεχνολογίας, της επιστήμης, των ηλεκτρονικών υπολογιστών και της εικονιστικής πληροφόρησης, φαντάζει  για τον σύγχρονο άνθρωπο σαν μια διαδικασία, που όσο απομακρύνεται από το σήμερα τόσο περισσότερο σηματοδοτεί μια νοσταλγική ατμόσφαιρα  εποχής «χαμένης ή ξεπερασμένης  αθωότητας».

Είναι γεγονός ότι η ιστόρηση, με την παραδοσιακή της μορφή εκλείποντας οι συνθήκες μέσα στις οποίες γεννήθηκε και εξελίχτηκε, εγκαταλείφθηκε ως μέσο επικοινωνίας, ψυχαγωγίας και έκφρασης. Αυτό καταγράφεται ως γεγονός στο ευρύτερο παγκόσμιο γίγνεσθαι όλων των προηγμένων μεταβιομηχανικών κοινωνιών.

Η εγκατάλειψη της προφορικής αφήγησης είχε ως αποτέλεσμα και την περιθωριοποίηση ενός μεγάλου μέρους των ιστοριών. Η λήθη τόσο της τέχνης του παραμυθά όσο και των ιστοριών κέρδιζε όλο και περισσότερο έδαφος στο πεδίο της τεχνοκρατούμενης εποχής.

Η όλη υπόθεση  θα μπορούσε να μας παραπέμψει στο παραμύθι της «Ωραίας Κοιμωμένης». Η αφήγηση σε… ύπνωση και ο κισσός και τα βάτα να πολλαπλασιάζονται επικίνδυνα γύρω της. Και το βασιλόπουλο να μη φαίνεται πουθενά!

Με την εξαφάνιση διαφόρων ειδών στον πλανήτη καταγράφηκε συγχρόνως  και το τέλος του λαϊκού παραμυθά, που γύριζε από τόπο σε τόπο και μάγευε με το λόγο και τις ιστορίες του.

Οι άνθρωποι έπαψαν να λένε και να ακούνε ιστορίες στην καθημερινότητά τους. Όμως η πράξη της αφήγησης δεν εγκαταλείφθηκε εξ ολοκλήρου. Κι αυτό χάρη στην ευαισθησία, τη σοφία κάποιων ανθρώπων, αλλά κυρίως λόγω της επιστήμης της παιδαγωγικής, της ψυχολογίας, της κοινωνιολογίας και της λαογραφίας, οι οποίες τόνισαν κάθε μια για λογαριασμό της, τη σπουδαιότητα των παραμυθιών, την παιδαγωγικότητα της αφήγησης. Ο Froebel διοχέτευσε το παραμύθι στο νηπιαγωγείο και ο Μπετελχάιμ επεσήμανε, με τα επιστημονικά του ευρήματα,  τη συμβολική / θεραπευτική σημασία του παραμυθιού και την ανάγκη του ανθρώπου να ακούει ιστορίες[2].

Γενικότερα ο σύγχρονος άνθρωπος απολαμβάνοντας τα θετικά αλλά μετρώντας και τα αρνητικά, που του παρείχε ο νέος τρόπος ζωής, μεταξύ των οποίων η μοναξιά, η αποξένωση από τη φύση και η με τραγικές επιπτώσεις στην ποιότητα της ζωής του παρέμβαση σε αυτή, άρχισε να επανεξετάζει μεταξύ άλλων και τη στάση του απέναντι στην αφήγηση. Καθώς όλο και περισσότερο δημοσιοποιούνται απόψεις ότι τα παραμύθια και οι ιστορίες εκφράζουν την ιστορία του φυσικού, κοινωνικού  και κατ΄ επέκταση πολιτιστικού περιβάλλοντος.

Έτσι σταδιακά στο διεθνές σκηνικό, δημιουργείται μια κίνηση για την αφήγηση, η οποία συνδέεται με ποικίλα εναλλακτικά ρεύματα και εμπλουτίζεται καθώς ενσωματώνει νέες θεωρήσεις.  Στην Αγγλία π.χ. η κίνηση για την αφήγηση είναι ως ένα βαθμό διαποτισμένη από το οικολογικό κίνημα και τα άλλα εναλλακτικά ρεύματα των μειονοτήτων, τα οποία εκπορεύτηκαν από τον προβληματισμό που αναπτύχθηκε στη δεκαετία του '60.

Η συσπείρωση αυτή γύρω από την αφήγηση μέσα από νέα οπτική, έχει ως αποτέλεσμα την επαναφορά της αφήγησης με νέες μορφές, που ανταποκρίνονται στις ανάγκες και τη ζωή του σύγχρονου ανθρώπου.

Προκύπτει έτσι μια μεταλλαγμένη θα λέγαμε μορφή της παραδοσιακής αφήγησης η «νέο-αφήγηση», η οποία σταδιακά κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος βρίσκοντας πεδίο σε βιβλιοθήκες, σε σχολεία, σε φυλακές, σε νοσοκομεία, σε μουσεία, σε μπαρ, σε πολιτιστικούς  χώρους και αλλού.

Η κίνηση για την αφήγηση, δυναμώνει διεθνώς και ολοένα και περισσότεροι εκπαιδευτικοί στον κόσμο, επιχειρούν να εντάξουν την αφήγηση στη μαθησιακή διαδικασία. Στην Αγγλία για παράδειγμα, το 1993 ιδρύεται «η κοινωνία για την αφήγηση» (the society for storytelling) που έχει ως στόχο να διαδώσει πληροφορίες που αφορούν την αφήγηση, να οργανώσει σχετικές συναντήσεις και να παράγει σχετικές δημοσιεύσεις (Ζαν 1996). Σε παγκόσμιο επίπεδο όλο και πληθαίνουν οι διοργανώσεις ψυχαγωγικών εκδηλώσεων με αφηγήσεις, καθώς και διαφόρων Φεστιβάλ. Πρωτοστατεί η Γαλλία, η Αγγλία, η Αμερική.

Στη χώρα μας το κίνημα της νεοαφήγησης, είναι στη γένεσή του, αφού κάνει την εμφάνισή του μόλις στις αρχές της δεκαετίας ΄90. Οι πρώτες σχετικές δημοσιεύσεις για το νέο ρεύμα βλέπουν το φως της δημοσιότητας και υπογράφονται από την κ. Κούλα Κουλουμπή.

Σήμερα στον τόπο μας εκείνοι που δηλώνουν επαγγελματίες παραμυθάδες ανέρχονται περίπου στους 12 - 15 και όλο και πιο συχνά διαβάζει κανείς στον τύπο για παραστάσεις – βραδιές αφήγησης σε διάφορους πολιτιστικούς χώρους και μουσεία (Μουσείο Κυκλαδίτικης τέχνης κ.ά.), από ομάδες, σχήματα, άτομα, όπως η Αγνή Στρουμπούλη, η Σάσα Βούλγαρη, ο Στέλιος Πελασγός, η Βάσω Μακρή, η Ανθή Θάνου, η Νίκη Κάπαρη με το σχήμα «Το παραμυθοσέντουκο» κ.α.

Η νεοαφήγηση ως τεχνική και τέχνη, διαφοροποιείται από την παραδοσιακή αφήγηση, τόσο σε ό,τι αφορά τους χώρους αφήγησης, όσο και στα μέσα που χρησιμοποιούν οι αφηγητές. Οι περισσότεροι έχουν παρακολουθήσει σχετικά σεμινάρια και έχουν πάρει μαθήματα θεατρικής παιδείας. Κι αυτό είναι έκδηλο στον τρόπο αφήγησης. Αρκετοί απ΄ αυτούς χρησιμοποιούν μουσική συνοδεία στις αφηγήσεις τους. Οι ιστορίες που αφηγούνται αντλούνται από την λαϊκή παράδοση (ελληνική και παγκόσμια). Αρκετοί τελευταία αφηγούνται ιστορίες της μυθολογίας (Μ. Μαράτου).   

Η αφήγηση ως θέαμα στη χώρα μας είναι πολύ καινούργια. Δεν υπάρχει παιδεία ώστε να θεωρηθεί ως τέχνη και να συγκεντρώσει τον αρμόζοντα σεβασμό. Στις χώρες της Ευρώπης η πληροφόρηση για αφηγήσεις στον τύπο περιλαμβάνονται στο ίδιο σημείο όπου κανείς μπορεί να ενημερωθεί για τον κινηματογράφο, τη μουσική, το θέατρο. Και φυσικά υπάρχει πάντα ένα αντίτιμο εισιτηρίου.

Στη χώρα μας η αφήγηση δεν εκτιμάται ακόμη. Ίσως γιατί μπορεί να χάθηκε ο παππούς παραμυθάς αλλά συνεχίζουν στην ύπαιθρο, κυρίως οι ηλικιωμένοι να αφηγούνται ακόμη. Ευτυχώς. Κι αυτό πρέπει να το αξιοποιήσουμε….

Κάθε χρόνο ρωτώ τους φοιτητές που παρακολουθούν αντίστοιχο μάθημα, να μεταφέρουν τις εμπειρίες τους σχετικά με την αφήγηση. Μολονότι όλο και αυξάνεται το ποσοστό αυτών που δηλώνουν ότι η εμπειρία τους προέρχεται από αναγνώσεις βιβλίων από οικεία πρόσωπα (κυρίως γονείς), παρ΄ όλα αυτά οι περισσότεροι δηλώνουν ταυτόχρονα ότι έχουν αφηγηματικές εμπειρίες από τους παππούδες τους. Οι μεν γιαγιάδες θυμούνται και τους  αφηγούνται  το γάμο τους, τις γέννες των παιδιών τους, ήθη και έθιμα, οι παππούδες αρέσκονται να αφηγούνται ιστορίες που έζησαν στον πόλεμο ή άλλες που σχετίζονται με ιστορικά γεγονότα του τόπου τους.

Αυτό σημαίνει ότι έτσι ή αλλιώς η αφήγηση στη χώρα μας δεν εξέλειψε εντελώς, όπως στις άλλες χώρες. Αυτό αναμφίβολα είναι αισιόδοξο. Δεν έχουμε χάσει χρήσιμο χρόνο, όπως οι άλλες, δε χρειάζεται να ξανα-ακαλύψουμε την αφήγηση.

Στο τομέα της αναγνώρισης και της διατήρησής της πιστεύω ακράδαντα ότι σημαντικό ρόλο μπορεί να παίξει ο χώρος της εκπαίδευσης. Με την επισήμανση να μην θεωρηθεί η αφήγηση ως αναβίωση, όπως άλλα ήθη και έθιμα, αλλά ως ένας ζωντανός οργανισμός, ικανός να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις μιας «νέας» συνάντησης του σύγχρονου ανθρώπου με τον προφορικό λόγο.

Είναι γεγονός ότι προς αυτή την κατεύθυνση συμβάλλουν και οι προτάσεις των νέων Προγραμμάτων Σπουδών που εφαρμόζονται στο χώρο της Παιδείας, καθώς αναφέρονται στη διαθεματικότητα, στη διαπολιτισμικότητα, στα ανθρώπινα δικαιώματα, στην αποδοχή του άλλου και του πολιτισμού που καθένας μεταφέρει, στην παγκοσμιοποίηση κ.λ.π.

Σε συνδυασμό με τις προσπάθειες επιστημών, που γνωρίζουν την πολύπλευρη αξία της αφήγησης, όπως ο κ. Μερακλής και ο κ. Αναγνωστόπουλος που υπέβαλλαν στο Π.Ι., πρόταση ένταξης του παραμυθιού στο σχολείο και φυσικά εστάλη αντίστοιχη εγκύκλιος σε όλα τα σχολεία, αλλά δεν γνωρίζω εάν ενημερώθηκαν οι εκπαιδευτικοί της βάσης ή πόση σημασία  δόθηκε σε αυτό το έγγραφο.

Στο σημείο αυτό θα αναφερθώ στην προσφορά του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας στον τομέα της αναγνώρισης και διάδοσης της αφήγησης. Ο καθηγητής Β.Δ. Αναγνωστόπουλος, είναι ο πρώτος που διοργάνωσε τη δεκαετία του ΄90 στην Πορταριά Πηλίου, το πρώτο Συνέδριο με θέμα το λαϊκό παραμύθι[3]. Εκτός από τις θεωρητικές ανακοινώσεις μια ενότητα ήταν αφιερωμένη στον λαϊκό αφηγητή και υπήρξαν εκεί παραμυθάδες και παραμυθούδες από τα Άγραφα που αφηγήθηκαν ιστορίες και παραμύθια. Οι περισσότεροι απ΄ αυτούς έχουν φύγει πια από κοντά μας. Το υλικό καταγράφηκε και υπάρχει στο Εργαστήριο Λόγου και Πολιτισμού του Πανεπιστημίου, καθώς και ποικίλο άλλο μαγνητοφωνημένο υλικό που προέρχεται από εργασίες φοιτητριών/των αντίστοιχης θεματικής μαθήματος[4].

Η τέχνη της αφήγησης σήμερα, άρχισε πια να αποτελεί αντικείμενο συνεδρίων, σεμιναρίων, να διδάσκεται σε σχολές και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα και να εξετάζεται διεπιστημονικά. Η σχετική αρθρογραφία αυξάνεται καθώς επίσης κυκλοφορούν όλο και περισσότερα βιβλία που αφορούν αποκλειστικά την τέχνη της αφήγησης και τη σχέση της με την εκπαίδευση.[5]

Στην εκπαιδευτική διαδικασία, ο ρόλος της αφήγησης είναι διπλός, καθώς αυτή αναδεικνύεται ταυτοχρόνως: α) ως εργαλείο για τη δημιουργία κατάλληλου μαθησιακού περιβάλλοντος και β) ως μέσο για το πέρασμα κατάλληλων μηνυμάτων, αντιλήψεων, γνώσεων, αξιών, συμπεριφορών (Gersie 1992).

Οι υποστηρικτές της αφήγησης αναφέρουν ότι η αφήγηση ιστοριών ή παραμυθιών ερεθίζει τη φαντασία του ακροατή μαθητή ή ενήλικα και δημιουργεί ένα μαθησιακό περιβάλλον διασκεδαστικό, επικοινωνιακό, συλλογικό, συμβάλει κυρίως δηλαδή στη διαμόρφωση μιας κατάλληλης συναισθηματικής ατμόσφαιρας. Αυτή η ευνοϊκή ατμόσφαιρα πρόσληψης κάνει τη γνώση πιο προσιτή και πιο απολαυστική στα παιδιά (Δαμιανού 2002, Nanson 2005). Ειδικότερα μέσω των παραμυθιών τα παιδιά ξεφεύγουν από τις λογοκρατούμενες και ορθολογικές διαδικασίες και δραπετεύουν από τον εκπαιδευτικό χρόνο. Αυτή η προσωρινή διαφυγή τους ηρεμεί και τους δίνει τη δυνατότητα να αυξήσουν τον αυτοέλεγχό τους (Αυδίκος 2002). 

Μία ιστορία μπορεί να μεταδοθεί με ποικίλα αφηγηματικά μέσα, αλλά αυτό που χαρακτηρίζει την αφήγηση είναι ότι βασίζεται στο λόγο και στον αυτοσχεδιασμό.  Στην προφορική παράδοση, αφηγητής και ζωντανό κοινό συνδημιουργούν τις ιστορίες καθώς αλληλεπιδρούν. το κοινό φαντάζεται και δημιουργεί εικόνες από τις λέξεις του αφηγητή και ο αφηγητής δομεί και αποδομεί τις ιστορίες του, προσθέτει και αφαιρεί στοιχεία σ΄ αυτές, ανάλογα με τις αντιδράσεις του κοινού και τη συνθήκη της αφήγησης γενικότερα. 

Η ιστορία είναι μία χρονική διαδοχή γεγονότων, που συνδέονται με κάποιες σχέσεις αιτιότητας οι οποίες διαπλέκονται πάνω σε ένα ιστό. Υπάρχουν πολλά είδη ιστοριών όπως: θρύλοι, παραμύθια, παραβολές, μύθοι, τα οποία εξυπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς, καθώς εγείρουν ποικίλες διαθέσεις και συναισθήματα. Το παραμύθι είναι μία διήγηση με ποιητική φαντασία, παρμένη ιδιαίτερα από τον κόσμο του μαγικού (Μερακλής 1993, Αυδίκος 1994). Στα παραμύθια που φτάνουν σε εμάς από το μακρινό παρελθόν, μπορεί κανείς να ανιχνεύσει κοινωνικές αντιλήψεις, στάσεις και συμπεριφορές, θρησκευτικές και μεταφυσικές απόψεις, αντιλήψεις και στάσεις του ανθρώπου απέναντι σε μεγάλα γεγονότα και προβλήματα (όπως θάνατος, αρρώστιες, αδυναμίες, κοινωνικές διαφορές: πλούσιοι - φτωχοί) (Δαμιανού 2002). Υπάρχουν όμως και λαϊκά παραμύθια που αναφέρονται στις σχέσεις ανθρώπου – φύσης και παρουσιάζουν μία εικόνα του κόσμου, όπου ζωντανοί οργανισμοί και άνθρωποι συνυπάρχουν και ζουν αρμονικά. Τέτοια παραμύθια μπορούν να αποτελέσουν πηγή έμπνευσης και ανάπτυξης οικολογικού προβληματισμού, διότι μας δίνουν τη δυνατότητα να επανεξετάσουμε τους ποικίλους τρόπους, με τους οποίους ο άνθρωπος δίνει αξία ή απαξιώνει τον πράσινο και το μπλε του πλανήτη μας (Gersie 1992).

Στο σημείο αυτό τίθενται σημεία προβληματισμού που αφορούν τον εκπαιδευτικό.

α) Από που θα αντλήσουν το αφηγηματικό υλικό[6];

β) Ποιο είναι το αφηγηματικό υλικό;

γ)  Μπορεί ο εκπαιδευτικός να αφηγηθεί και με ποια μορφή;

δ) Σε ποια γνωστική περιοχή θα εντάξει την αφήγηση;

ε) Τι δραστηριότητες μπορεί να οργανώσει με τους μαθητές και πώς ;

Πριν σχολιάσω τους παραπάνω προβληματισμούς, θα  επισημάνω ότι: δεν  πρέπει να λησμονείται ότι οι ιστορίες δεν θα πρέπει να θεωρούνται ως υλικό αποκλειστικό για  θεραπευτικούς, διδακτικούς, ηθικοκοινωνικού λόγους, αλλά κυρίως ως μαγεία, ως ψυχαγωγία, ως «θέαμα», ως μονοπάτι προσωπικών ανακαλύψεων, ταυτίσεων, διερευνήσεων, προβληματισμών, συσχετίσεων κ.α. Η έννοια του διδάσκειν δια των ιστοριών, αφορά σφαιρικά και με όλες τις ευρύτερες σημασίες αυτό το  ρήμα.

α) Το αφηγηματικό  υλικό μπορεί να αντληθεί[7]: Από τη λαϊκή παράδοση, από κείμενα της μυθολογίας, αλλά και από τη σύγχρονη λογοτεχνία

β) Ως αφηγηματικό υλικό νοούνται οι: 

·        Ιστορίες από τη μυθολογία οι οποίες αντλούνται κυρίως από την ελληνική αλλά και  τη ξένη μυθολογία.

·        Λαϊκοί μύθοι αλλά και άλλοι, όπως του Αισώπου κ.λπ

·        Θρύλοι και παραδόσεις για ζώα, φυσικά φαινόμενα κ.α.

·        Αφηγηματικά Τραγούδια

·        Αληθινές ιστορίες, οι οποίες αντλούνται από την πρόσφατη ιστορία ή από την καθημερινή ζωή και τη σύγχρονη πραγματικότητα.

·        Ιστορίες απλών και ανώνυμων ανθρώπων της καθημερινής ζωής. Εδώ εντάσσονται οι αφηγήσεις από την καθημερινή ζωή των ανθρώπων, όπως τη βίωναν παλαιότερα. Ιστορίες που σχετίζονται με επαγγέλματα, συνήθειες κοινωνικού περιεχομένου κ.λπ.

·                    Παραδοσιακές τοπικές ιστορίες  πολιτισμών ή ομάδων πληθυσμών που έζησαν ή εξακολουθούν να ζουν ακόμη σε μεγαλύτερη ισορροπία με τη φύση. Τέτοιες ιστορίες και λαϊκά παραμύθια, συχνά αναφέρονται στην άγρια φύση, σε χαρακτηριστικά είδη χλωρίδας-πανίδας και στην σημασία που έχουν αυτά στην οικονομική και πολιτιστική ζωή των κατοίκων, περιγράφουν διατροφικές συνήθειες διαφόρων ζώων και γενικότερα υποστηρίζουν μία πιο αρμονική συνύπαρξη ανθρώπου – φύσης (Σφήκας 1996, Τσιτσάς 2003).

·        Λαϊκά και μαγικά παραμύθια λαών, όπως αυτά έχουν μεταφερθεί έως τις μέρες μας μέσα από τις επαναγραφές και μεταγραφές, που μεταφέρουν νοήματα άλλων εποχών.

·        Έντεχνα παραμύθια και μικρές ιστορίες με οικολογικό περιεχόμενο που αντλούνται από τη σύγχρονη λογοτεχνία. Σήμερα κυκλοφορούν αρκετά σύγχρονα παραμύθια αλλά και μικρές ιστορίες οικολογικού περιεχομένου, καθώς από τη δεκαετία του `80, πολλοί συγγραφείς στρέφονται στη δημιουργία έργων με θεματικό πυρήνα ζητήματα περιβάλλοντος (Παπαδάτος 1993:103) .

·        κ.α.

γ) Ο ρόλος του εκπαιδευτικού ως αφηγητή και ως μοχλού επαφής της αφήγησης με τον μαθητή είναι καθοριστικής σημασίας. Απ΄ αυτόν εξαρτάται η επιτυχία του εγχειρήματος. Αν δηλαδή οι μαθητές αφεθούν να μαγευτούν από την ιστόρηση. Η καλή επιλογή και γνώση του υλικού, αλλά και η τεχνική της αφήγησης αποτελούν τους δυο βασικούς άξονες επιτυχίας. Φυσικά ο δάσκαλος αφηγητής δεν μπορεί να έχει τα χαρακτηριστικά ούτε του λαϊκού αφηγητή, ούτε του σύγχρονου παραμυθά.

Ο μεν πρώτος διαθέτει ένα αυθόρμητο και πηγαίο ταλέντο, κληροδότημα και μαθητεία άλλης εποχής, με λόγο ενταγμένο στην προφορικότητα, ο δεύτερος έχει σπουδάσει, έχει μελετήσει τις φόρμες και τις διαδικασίες της αφήγησης και τις εντρυφεί μέσα από την εγγραμματοσύνη του.

Ο δάσκαλος/αφηγητής, που αντικατέστησε τον λαϊκό παραμυθά, διαμορφώνει μια δική του τεχνική, η οποία είναι ικανή να οδηγήσει το ακροατήριο σε μέθεξη αν χαρακτηρίζεται από αγάπη, γνώση και αν έχει ως επιδίωξη την κινητοποίηση του εκφραστικού ενδιαφέροντος από την πλευρά του μαθητή. Ο δάσκαλος δε χρειάζεται να αλλάξει ρόλο. Δεν είναι ηθοποιός, ούτε λαϊκός αφηγητής. Η μορφή της αφήγησης που πραγματοποιεί στο σχολείο είναι «έντεχνη» αφήγηση, όπως τη χαρακτηρίζει ο Β.Δ. Αναγνωστόπουλος.  Η γνώση, η ενημέρωση, η ευαισθησία είναι  κάποιες από τις προϋποθέσεις, ώστε να καταφέρει να συναρπάσει το ακροατήριο, το οποίο ξέρει εκ των προτέρων ποιον έχει απέναντί του. O εκπαιδευτικός με την αφήγηση εκτός των άλλων θα διαμορφώσει και αισθητικά κριτήρια στο ακροατήριο, θα μεταφέρει κανόνες αφήγησης, έκφρασης. Στόχος του θα πρέπει να είναι η δημιουργία ένθερμων ακροατών και αφηγητών. Μέσα από αυτή τη διαδικασία θα δημιουργηθεί ένα γενικότερο κλίμα επικοινωνίας με το αφηγηματικό υλικό, το οποίο το παιδί θα το αναζητήσει στο βιβλίο κι έτσι διευρύνεται ακόμη περισσότερο ο στόχος της προφορικής αφήγησης. Αποδεικνύεται η σχέση της προφορικής λαϊκής λογοτεχνίας με την έντεχνη λογοτεχνία. Η αφήγηση θα υπάρξει μόνο μέσα από μια διαρκή αλληλεπίδραση μεταξύ αφηγητή –ακροατή - αφηγηματικού υλικού, το οποίο επιδρά στα συναισθήματα και στη μορφοποίηση σκέψεων και απόψεων.

Σ΄ ό,τι αφορά τη μορφή μεταφοράς, εννοούμε εάν, πότε και γιατί, ο εκπαιδευτικός θα επιλέξει την προφορική αφήγηση ή την ανάγνωση του υλικού. Την αφήγηση από τον ίδιο ή την παράθεση της γνήσιας λαϊκής φωνής του αφηγητή (ίσως και σε ντοπιολαλιά), όπως αυτή έχει ενδεχομένως καταγραφεί σε μαγνητόφωνο ή βίντεο.

Κάθε περίπτωση χαρακτηρίζεται από τις δικές της ιδιομορφίες, απαιτήσεις και προϋποθέσεις και προσφέρεται για διαφορετικές χρήσεις. Ο Ζ. Ζαν, στο βιβλίο του Η δύναμη των παραμυθιών, μιλάει για την «αφηγηματική ανάγνωση» (σελ. 301). Ανεξάρτητα από τη μορφή που θα επιλέξει ο εκπαιδευτικός για να μεταφέρει την ιστορία, εκείνο που έχει μεγαλύτερη σημασία, θεωρώ ότι είναι η ίδια η ιστορία και το θεματικό πλαίσιο που αυτή θέτει.

Προφορική αφήγηση και «αφηγηματική» ανάγνωση μπορούν να κάνουν όλοι ανεξαιρέτως ταλέντου έμφυτου και χαρίσματος φυσικού. Προϋπόθεση μιας αφήγησης / ανάγνωσης, η οποία θα κερδίσει το ενδιαφέρον του ακροατηρίου είναι η  αγάπη, η γνώση της ιστορίας και η καλή προετοιμασία

δ) Γνωστική περιοχή. Η αφήγηση συνδέεται με όλα τα επιστημονικά πεδία. Η Γλώσσα, η Περιβαλλοντική Εκπαίδευση, τα Μαθηματικά, η Κοινωνιολογία κ.ο.κ., βρίσκουν εφαρμογές στην αφήγηση.

ε) Δραστηριότητες. Πληθώρα δραστηριοτήτων σχετικών με την αφήγηση, μπορούν να οργανωθούν, οι οποίες εξαρτώνται από εκάστοτε παιδαγωγικούς και μαθησιακούς στόχους, γενικούς και ειδικούς, οι οποίοι  τίθενται. Παράδειγμα: η πρόσκληση στο σχολείο αφηγητών (λαϊκών-σύγχρονων), η καθιέρωση ώρας ή μέρας ελεύθερης διήγησης από τα παιδιά και τον εκπαιδευτικό (όνειρα, ταινίες, περιεχόμενα βιβλίων ή περιστατικά καθημερινότητας κ.λπ.), η αναδιήγηση ιστοριών, ο σχεδιασμός project (π.χ. καταγραφή αφηγήσεων με αφορμή φωτογραφικού υλικού από παππούδες - γιαγιάδες), η καθιέρωση μαθητικού Φεστιβάλ Αφήγησης[8].

Η  χρησιμότητα της αφήγησης απαιτεί μια άλλη αντιμετώπιση, ιδιαίτερα στην σημερινή εποχή της πολυπολιτισμικότητας και της παγκοσμιοποίησης[9]. Η ένταξή της στον ευρύτερο χώρο της εκπαίδευσης είναι επιτακτική ανάγκη καθώς προτείνει ποικίλους δρόμους και τρόπους επικοινωνίας, καλλιεργεί τη γλώσσα, βελτιώνει τον τρόπο μάθησης, προσφέρει γνώσεις ιστορικές και τοπικού πολιτισμού, ενισχύει την εθνική συνείδηση, αλλά και διευρύνει το πνεύμα της οικουμενικότητας. Γι αυτό πρέπει να επαναπροσδιοριστεί. Μέσα από την αφήγηση διαπιστώνεται η συνάντηση πολιτισμών, καθώς και η διαφορετικότητα ως σημείο γνωριμίας, σεβασμού και αποδοχής του «άλλου». Διασώζεται η πολιτιστική ταυτότητα και κουλτούρα, κατανοείται η παγκόσμια πραγματικότητα. Η επανένταξη της αφήγησης ως εναλλακτικού τρόπου κοινωνικής επαφής, μάθησης και κυρίως μέθεξης και ψυχαγωγίας, τόσο στο χώρο της εκπαίδευσης όσο και στην καθημερινότητα έχει να προσφέρει μόνο θετικά στοιχεία.

 

Βιβλιογραφία

 

Αναγνωστόπουλος, Β.Δ. (1995), Λαϊκό παραμύθι και παραμυθάδες, Αθήνα: Καστανιώτης.

Αυδίκος, Ε. (1994), Το λαϊκό παραμύθι. Θεωρητικές προσεγγίσεις, Αθήνα: Οδυσσέας.

Αυδίκος, Ε. (2002), «Η αφηγηματική κοινότητα και η μαθησιακή διαδικασία», πρακτικά διημερίδας Κουβεντιάζοντας για τα παραμύθια, 31/3 - 1/4/2001, Αθήνα: Μολύβιος Νιάου.

Γραίκος Ν. (2006), Αφηγήσεις και φωτογραφίες για το περιβάλλον του τόπου μου. Οι εθνογραφικές και οι εικονιστικές μαρτυρίες στην Περιβαλλοντική Εκπαίδευση, Κονταριώτισσα: ΥΠ.Ε.Π.Θ. - Πανεπιστήμιο Αιγαίου – Δημοτικό Σχολείο Κονταριώτισσας Πιερίας.

Ζαν Ζ. (1996), Η δύναμη των παραμυθιών, Αθήνα: Καστανιώτης.

Gersie A. (1992), Earthtales: Storytelling in times of change, London: Green Print.

Μερακλής Μ. (1993), Έντεχνος λαϊκός λόγος, Αθήνα: Καρδαμίτσας.

Nanson A. (2005), Storytelling and Ecology: reconnecting nature and people through oral narrative, University of Glamorgan Press.

Παπαδάτος Γ. (1993), «Η οικολογία στην παιδική λογοτεχνία», στο Η παιδική λογοτεχνία, θεωρία και πράξη, τ. α΄, επιμ. Κατσίκη - Γκίβαλου Α, Αθήνα: Καστανιώτης.

Tiedt, P.L. & I.M. (2006), Πολυπολιτισμική διδασκαλία, πρόλογος Τριλιανός Α., Αθήνα: Παπαζήσης.

Σφήκας Γ. (1996), Άνθρωποι και ζώα, Αθήνα: Πατάκης.

Τσιλιμένη Τ. (2007) (επιμέλεια), Αφήγηση και Εκπαίδευση, Βόλος: Εργαστήριο Λόγου και Πολιτισμού Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.

Τσιτσάς Σ. (2003), Τ’ αγριόδεντρα του βουνού και του λόγγου, Μουζάκι: Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Μουζακίου.

 



[1] Από το βιβλίο: Γραίκος, Ν. & Τσιλιμένη, Τ. (επιμ.) 2007. Αφήγηση και περιβαλλοντική εκπαίδευση. Π. Παντελεήμονας Πιερίας: ΚΠΕ Αν. Ολύμπου – Εργαστήριο Λόγου και Τέχνης Πανεπιστημίου Θεσσαλίας – Πανελλήνιος Όμιλος Φίλων Αφήγησης, 17-26.

[2] Με το τέλος του 19ου αιώνα άρχισαν οι πρώτες προσπάθειες να αναδειχθεί ο ρόλος της αφήγησης και εκπαίδευσης ατόμων που θα αναλάμβαναν το ρόλο του αφηγητή. Η τέχνη της αφήγησης διδάσκεται πια σε πανεπιστήμια καθώς και σε συνέδρια και σεμινάρια. Στη χώρα μας υπάρχει ένας πυρήνας νεοαφηγητών που προέρχονται τόσο από το χώρο του θεάτρου, όσο και της εκπαίδευσης. Για περισσότερα βλ. Άκου μια ιστορία (1996), Κουλουμπή - Παπαπετροπούλου Κ.(1995), «Η αναβίωση της τέχνης του αφηγητή-παραμυθά στην εποχή μας» στο Λαϊκό παραμύθι και παραμυθάδες στη εποχή μας, Αθήνα: Καστανιώτης, 93.

 

[3] Για τίτλο πρακτικών βλ. Βιβλιογραφία.

[4] Προσωπικά, μαθητεύοντας κοντά στον καθηγητή Αναγνωστόπουλο και λόγω των βασικών μου σπουδών ως παιδαγωγού, αλλά και γιατί ως παιδί είχα την τύχη να έχω γιαγιά παραμυθού, συνεχίζω δίπλα του να καταβάλλω προσπάθειες για την αφήγηση. Έτσι με την εκλογή μου στο Πανεπιστήμιο ένα από τα μαθήματα που προσφέρω είναι αυτό της Αφήγησης, το οποίο είναι και κατ΄ επιλογή υποχρεωτικό. Στη συνέχεια και μέσα από ζυμώσεις και αναζητήσεις, ερχόμενη σε επαφή με σωματεία του εξωτερικού που ασχολούνται με την αφήγηση, αλλά και μελετώντας την αφήγηση  ως εργαλείο μάθησης στην εκπαίδευση, πρότεινα και προχωρήσαμε πρώτοι ως Πανεπιστήμιο στη διοργάνωση του 1ου Φεστιβάλ Αφήγησης στον Όλυμπο, το οποίο έγινε θεσμός και πραγματοποιείται κάθε δυο χρόνια στην Καλλιπεύκη Λάρισας. Στο πλαίσιο του ίδιου ενδιαφέροντος προχωρήσαμε στη δημιουργία του Π.Ο.Φ.Α., Σωματείο με στόχο τη μελέτη και έρευνα της Αφήγησης και ό,τι την αφορά  στην Ελλάδα (ww.pofa.uth.gr).

[5] Πρόσφατα κυκλοφόρησε από το Εργαστήριο Λόγου και Πολιτισμού του Παν. Θεσσαλίας το βιβλίο Αφήγηση και εκπαίδευση. Εισαγωγή στην τέχνη της αφήγησης, σε επιμέλεια της Τ. Τσιλιμένη (Βόλος 2007). Βλ. επίσης μελέτες των: Αλεξιάδης Μ. (1997), «Έλληνες παραμυθάδες (19 - 20ος αι.)», στο Κ. Κουλουμπή - Παπαπετροπούλου, ό.π. 41 – 61.  Αναγνωστόπουλος, Β.Δ. (1994), «Καταγραφή αφηγηματικού υλικού και τοπική ιστορία», στο Ημερίδα για την τοπική ιστορία, Βόλος: Δημοσιεύματα Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, 21 – 33 . Του ιδίου (1997), Τέχνη και τεχνική του παραμυθιού, Αθήνα: Καστανιώτης, 17 – 28 .  Κλιάφα Μ. (1985), «Λαϊκοί παραμυθάδες και η επιβίωση του παραμυθιού ως τις μέρες μας», Διαβάζω, τ. 130, 46.

[6] Η σημασία της επιλογής του υλικού της αφήγησης είναι ουσιαστική. βλ. σχετικά Κουλουμπή - Παπαπετροπούλου Κ. (1997), «Η επιλογή του αφηγήματος μια άλλη τέχνη», στο Η τέχνη της αφήγησης, Αθήνα: Πατάκης, 117.

[7] Για τα αφηγηματικά είδη βλέπε αναλυτικότερα στο Τσιλιμένη Τ. (2007) (επιμέλεια), Αφήγηση και Εκπαίδευση, Βόλος: Εργαστήριο Λόγου και Πολιτισμού Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.

[8] Το πρώτο Μαθητικό Φεστιβάλ Αφήγησης πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη με υπεύθυνη την Τ. Τσιλιμένη, σε συνεργασία με τον Σύνδεσμο Εκδοτών Βορείου Ελλάδας και το περιοδικό Μαθητής,   αρχές της δεκαετίας του ΄90, στο πλαίσιο της Έκθεσης Βιβλίου, στην Παραλία του Λευκού Πύργου. Επίσης βλ. αξιόλογη έκδοση του Γραίκου Ν. (2006), Αφηγήσεις και φωτογραφίες για το περιβάλλον του τόπου μου. Οι εθνογραφικές και οι εικονιστικές μαρτυρίες στην Περιβαλλοντική Εκπαίδευση, Κονταριώτισσα: ΥΠ.Ε.Π.Θ. - Πανεπιστήμιο Αιγαίου – Δημοτικό Σχολείο Κονταριώτισσας Πιερίας.

[9] Βλ. Tiedt, P.L. & I.M. (2006), Πολυπολιτισμική διδασκαλία, πρόλογος Τριλιανός Α., Αθήνα: Παπαζήσης.